γυροβολιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυροβολιά γυροβολιές
γενική γυροβολιάς γυροβολιών
αιτιατική γυροβολιά γυροβολιές
κλητική γυροβολιά γυροβολιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυροβολιά < γυροβολώ + -ιά < μεσαιωνική ελληνική γυροβολώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυροβολιά θηλυκό

  1. τριγύρισμα
  2. το να φέρνει κάποιος γύρω
  3. (χορός) χορευτική περιστροφική κίνηση ή φιγούρα
    Χτες, στο πανηγύρι, χορεύανε τσάμικα, ρίχνανε κάτι γυροβολιές! (Σώτη Τριανταφύλλου, Η φυγή)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]