δάκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | δάκος | οι | δάκοι |
| γενική | του | δάκου | των | δάκων |
| αιτιατική | τον | δάκο | τους | δάκους |
| κλητική | δάκε | δάκοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δάκος < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) νεολατινική dacus (παρασιτικό έντομο) < αρχαία ελληνική δάκος (βλαβερό, επικίνδυνο ζώο που δαγκώνει)[1]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δάκος αρσενικό
- (έντομο) (Bactrocera oleae) δίπτερο παρασιτικό έντομο που προσβάλλει τον καρπό της ελιάς και καταστρέφει την παραγωγή
- ※ Ωστόσο, οι καύσωνες της Άνοιξης και ιδίως του Μάιου, παραδόξως, είναι και ωφέλιμοι γιατί είναι ζημιογόνοι για τον Δάκο. Και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι ακμαία άτομα Δάκου που εκτίθενται επί αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες άνω 32ο αδρανοποιούνται και άνω των 36ο θνήσκουν. (Ν. Μιχελάκης, Καύσωνες εναντίον Ελιάς αλλά και … Δάκου! Πιθανοί κίνδυνοι αλλά και ...οφέλη., Σύλλογος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, 14/5/2020 )
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
δάκος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δάκος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | δάκος | τὰ | δάκη - δάκεᾰ |
| γενική | τοῦ | δάκους - δάκεος | τῶν | δακῶν - δακέων |
| δοτική | τῷ | δάκει - δάκεῐ̈ | τοῖς | δάκεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | δάκος | τὰ | δάκη - δάκεα |
| κλητική ὦ! | δάκος | δάκη - δάκεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δάκει - δάκεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | δακοῖν - δακέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δάκος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δάκος, -εος/-ους ουδέτερο
- δηλητηριώδες θηρίο, άγριο θηρίο, ζώο με επικίνδυνο δάγκωμα
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 530
- [ΟΡΕΣΤΗΣ] τίνος βορᾶς χρῄζοντα, νεογενὲς δάκος;
- [ΟΡΕΣΤΗΣ] Και ποιά νά ᾽βρε θροφή το νεογέννητο τέρας;
- Μετάφραση, 1η έκδοση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greek‑language.gr
- [ΟΡΕΣΤΗΣ] τίνος βορᾶς χρῄζοντα, νεογενὲς δάκος;
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 325 (323-328)
- ὅταν ἄνωθεν ὄμβρον ἐκχέηι, | ἐν τῆιδε πέτραι στέγν᾽ ἔχων σκηνώματα, | ἢ μόσχον ὀπτὸν ἤ τι θήρειον δάκος | δαινύμενος, εὖ τέγγων τε γαστέρ᾽ ὑπτίαν, | ἐπεκπιὼν γάλακτος ἀμφορέα, πέπλον | κρούω, Διὸς βρονταῖσιν εἰς ἔριν κτυπῶν.
- όταν βρέχει ο ουρανός και καντάρια κατεβάζει, | μένω εγώ στο σπιτικό μου, στη στεγνή μου τη σπηλιά, | ψήνω κάνα μοσχαράκι γιά καν᾽ άγριο θηρίο, | τρώγω, κι ανασκελωμένος στην κοιλιά μου | μέσα ρίχνω γάλα —έναν αμφορέα, άσπρο πάτο τονε πίνω— | και του Δία τις βροντές παραβγαίνω με τη χούφτα | που βροντώ μετά μανίας μέσ᾽ από το σώβρακό μου.
- Μετάφραση χ.χ.: Β. Λιαπή, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
- ὅταν ἄνωθεν ὄμβρον ἐκχέηι, | ἐν τῆιδε πέτραι στέγν᾽ ἔχων σκηνώματα, | ἢ μόσχον ὀπτὸν ἤ τι θήρειον δάκος | δαινύμενος, εὖ τέγγων τε γαστέρ᾽ ὑπτίαν, | ἐπεκπιὼν γάλακτος ἀμφορέα, πέπλον | κρούω, Διὸς βρονταῖσιν εἰς ἔριν κτυπῶν.
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 530
- δάγκωμα, κέντημα
Πηγές
[επεξεργασία]- δάκος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δάκος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Έντομα (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)