Μετάβαση στο περιεχόμενο

δάκος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δάκος οι δάκοι
      γενική του δάκου των δάκων
    αιτιατική τον δάκο τους δάκους
     κλητική δάκε δάκοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δάκος < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) νεολατινική dacus (παρασιτικό έντομο) < αρχαία ελληνική δάκος (βλαβερό, επικίνδυνο ζώο που δαγκώνει)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈða.kos/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δάκος αρσενικό

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ δάκος τὰ δάκη - δάκε
      γενική τοῦ δάκους - δάκεος τῶν δακῶν - δακέων
      δοτική τῷ δάκει - δάκεῐ̈ τοῖς δάκεσ(ν)
    αιτιατική τὸ δάκος τὰ δάκη - δάκεα
     κλητική ! δάκος δάκη - δάκεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δάκει - δάκεε
γεν-δοτ τοῖν  δακοῖν - δακέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δάκος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δάκος, -εος/-ους ουδέτερο

  1. δηλητηριώδες θηρίο, άγριο θηρίο, ζώο με επικίνδυνο δάγκωμα
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Χοηφόροι, στίχ. 530
    [ΟΡΕΣΤΗΣ] τίνος βορᾶς χρῄζοντα, νεογενὲς δάκος;
    [ΟΡΕΣΤΗΣ] Και ποιά νά ᾽βρε θροφή το νεογέννητο τέρας;
    Μετάφραση, 1η έκδοση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 325 (323-328)
    ὅταν ἄνωθεν ὄμβρον ἐκχέηι, | ἐν τῆιδε πέτραι στέγν᾽ ἔχων σκηνώματα, | ἢ μόσχον ὀπτὸν ἤ τι θήρειον δάκος | δαινύμενος, εὖ τέγγων τε γαστέρ᾽ ὑπτίαν, | ἐπεκπιὼν γάλακτος ἀμφορέα, πέπλον | κρούω, Διὸς βρονταῖσιν εἰς ἔριν κτυπῶν.
    όταν βρέχει ο ουρανός και καντάρια κατεβάζει, | μένω εγώ στο σπιτικό μου, στη στεγνή μου τη σπηλιά, | ψήνω κάνα μοσχαράκι γιά καν᾽ άγριο θηρίο, | τρώγω, κι ανασκελωμένος στην κοιλιά μου | μέσα ρίχνω γάλα —έναν αμφορέα, άσπρο πάτο τονε πίνω— | και του Δία τις βροντές παραβγαίνω με τη χούφτα | που βροντώ μετά μανίας μέσ᾽ από το σώβρακό μου.
    Μετάφραση χ.χ.: Β. Λιαπή, Αθήνα: Κίχλη @greeklanguage.gr
  2. δάγκωμα, κέντημα