δίευρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίευρο δίευρα
γενική δίευρου δίευρων
αιτιατική δίευρο δίευρα
κλητική δίευρο δίευρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίευρο < (δις) δί- + ευρ(ώ) + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίευρο ουδέτερο

  1. (νεολογισμός) δύο ευρώ
  2. (νεολογισμός) ένα κέρμα των δύο ευρώ
    Η Μάχη του Μαραθώνα σε δίευρο, με αφορμή την επέτειο των 2.500 χρόνων. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]