δηνάριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δηνάριο δηνάρια
γενική δηναρίου
& δηνάριου
δηναρίων
& δηνάριων
αιτιατική δηνάριο δηνάρια
κλητική δηνάριο δηνάρια
Ρωμαϊκά δηνάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δηνάριο < ελληνιστική κοινή δηνάριον < λατινική denarius < deni + -arius < decem < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *déḱm̥t (δέκα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δηνάριο ουδέτερο

  1. (οικονομία) ασημένιο νόμισμα της αρχαίας Ρώμης
  2. (οικονομία) η ονομασία του νομίσματος πολλών χωρών

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]