δοκιμιογράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοκιμιογράφος δοκιμιογράφοι
γενική δοκιμιογράφου δοκιμιογράφων
αιτιατική δοκιμιογράφο δοκιμιογράφους
κλητική δοκιμιογράφε δοκιμιογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκιμιογράφος < δοκίμιο + γράφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοκιμιογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο/η συγγραφέας δοκιμίων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]