εβαπορίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εβαπορίτης οι εβαπορίτες
      γενική του εβαπορίτη των εβαποριτών
    αιτιατική τον εβαπορίτη τους εβαπορίτες
     κλητική εβαπορίτη εβαπορίτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εβαπορίτης < αγγλική evaporite

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εβαπορίτης αρσενικό

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]