γύψος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γύψος γύψοι (γύψες)
γενική γύψου γύψων
αιτιατική γύψο γύψους (γύψες)
κλητική (γύψο) γύψοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γύψος < αρχαία ελληνική γύψος θηλυκό (σήμαινε κιμωλία και είδος ασβέστου)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύψος θηλυκό και καταχρηστικά αρσενικό

  1. ορυκτό του ασβεστίου από το οποίο παράγεται το γυψοκονίαμα για οικοδομική, ορθοπεδική, οδοντιατρική και καλλιτεχνική χρήση.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύψος θηλυκό

  1. κιμωλία, ασβεστόλιθος