γύψος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γύψος γύψοι
γενική γύψου γύψων
αιτιατική γύψο γύψους
κλητική γύψε γύψοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γύψος < μεσαιωνική ελληνική γύψος < αρχαία ελληνική γύψος θηλυκό (σήμαινε κιμωλία και είδος ασβέστου)[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύψος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. γύψος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύψος θηλυκό

  • κιμωλία, ασβεστόλιθος

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]