ειδίκευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ειδίκευση | οι | ειδικεύσεις |
| γενική | της | ειδίκευσης* | των | ειδικεύσεων |
| αιτιατική | την | ειδίκευση | τις | ειδικεύσεις |
| κλητική | ειδίκευση | ειδικεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, ειδικεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ειδίκευση θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ειδικεύω
- ※ Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης, 2015)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ειδίκευση