εμπαίκτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπαίκτης < μεσαιωνική ελληνική ἐμπαίκτης < αρχαία ελληνική ἐμπαίζω (ἐν + παίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμπαίκτης αρσενικό (θηλυκό εμπαίκτρια)

  1. (λόγιο) αυτός που αρέσκεται να εμπαίζει τους άλλους


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]