εννιάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εννιάρι εννιάρια
γενική εννιαριού εννιαριών
αιτιατική εννιάρι εννιάρια
κλητική εννιάρι εννιάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εννιάρι < εννι(ά) + -άρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εννιάρι ουδέτερο

  1. το ψηφίο εννιά
  2. (κατ’ επέκταση) κάθε τι που αποτελείται από εννιά ομοειδή αντικείμενα
    • διαμέρισμα με εννιά κύρια δωμάτια
  3. (κατ’ επέκταση) κάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 9
  4. (αθλητισμός) ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην κεντροεπιθετική θέση της σύνθεσης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]