εντολέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εντολέας οι εντολείς
      γενική του εντολέα των εντολέων
    αιτιατική τον εντολέα τους εντολείς
     κλητική εντολέα εντολείς
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντολέας < ἐντολεύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εντολέας αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη:  εντολή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]