επίλαρχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίλαρχος επίλαρχοι
γενική επιλάρχου
& επίλαρχου
επιλάρχων
& επίλαρχων
αιτιατική επίλαρχο επιλάρχους
& επίλαρχους
κλητική επίλαρχε επίλαρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίλαρχος < επί + ίλαρχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίλαρχος αρσενικό

  1. (παρωχημένο) αξιωματικός του ιππικού
  2. (στρατιωτικός όρος) αξιωματικός (ταγματάρχης) των τεθωρακισμένων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]