επίπαγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίπαγος επίπαγοι
γενική επιπάγου επιπάγων
αιτιατική επίπαγο επιπάγους
κλητική επίπαγε επίπαγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίπαγος < ἐπί + < αρχαία ελληνική πάγος < θέμα πᾱγ- του ρήματος πήγνυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίπαγος αρσενικό

  • Η στερεά κρούστα πάγου ή βράχου πάνω σε ένα αντικείμενο, ή και γύρω από αυτό.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]