επίφυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίφυση επιφύσεις
γενική επίφυσης
& επιφύσεως
επιφύσεων
αιτιατική επίφυση επιφύσεις
κλητική επίφυση επιφύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίφυση < επί + φύση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίφυση θηλυκό(και ουδέτερο κωνάριο)

  1. μεγάλος ενδοκρινής αδένας.
  2. πληθυντικός οι επιφύσεις, τα 2 άκρα των οστών τα οποία έχουν σπογγώδη μορφή.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]