επικεντρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικεντρώνω < επίκεντρο + -ώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

επικεντρώνω (παθητική φωνή: επικεντρώνομαι)

  1. βάζω κάτι στο επίκεντρο (της προσοχής, του ενδιαφέροντος κ.λπ.)
     συνώνυμα: εστιάζω
  2. (σπάνιο) (μαθηματικά) εντοπίζω το κέντρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]