επικεντρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επικεντρώνω < επίκεντρο + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επικεντρώνω (παθητική φωνή: επικεντρώνομαι)

  1. βάζω κάτι στο επίκεντρο (της προσοχής, του ενδιαφέροντος κ.λπ.)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εστιάζω
  2. (σπάνιο) (μαθηματικά) εντοπίζω το κέντρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]