εστιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἑστιάζω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

1,2 εστιάζω < εστία + -άζω < αρχαία ελληνική ἑστία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂wes- (κατοικώ, μένω, ζω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική focaliser)
3 εστιάζω < μεσαιωνική ελληνική ἑστιάζω < αρχαία ελληνική ἑστιάω / ἑστιῶ < ἑστία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂wes- (κατοικώ, μένω, ζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.sti.ˈa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εστιάζω (παθητική φωνή: εστιάζομαι)

  1. (φυσική) συγκεντρώνω τις ακτίνες φωτός και τις αναγκάζω να συγκλίνουν σ’ ένα σημείο
  2. (μεταφορικά) συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάποιο θέμα, το θέτω στο κέντρο του ενδιαφέροντος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επικεντρώνω
  3. (λόγιο) (παρωχημένο) γευματίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]