focus

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
focus focuses / foci

focus (en)

  1. το κέντρο, η εστία
    the focus of attention - το κέντρο της προσοχής
     συνώνυμα: centre
  2. (γεωλογία) η εστία
    the focus of an earthquake - η εστία ενός σεισμού
     συνώνυμα: hypocenter
  3. (φυσική) η εστία
    the focus of a lens - η εστία ενός φακού
     συνώνυμα: focal point

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας focus
γ΄ ενικό ενεστώτα focuses
αόριστος focused, focussed
παθητική μετοχή focused, focussed
ενεργητική μετοχή focusing, focussing

focus (en)

  1. εστιάζω
    • focus on: εστιάζω σε κάποιον/κάτι

Αντώνυμα[επεξεργασία]

(πληροφορική)

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 338-339. ISBN 9780194325684. , λήμμα: εστία

Λατινικά (la)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

focus < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bhok- (κάψιμο), συγγενές με το (αρχαία ελληνική) φῶς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

focus αρσενικό

  1. εστία
  2. τζάκι
  3. (συνεκδοχικά) οίκος, οικογένεια
  4. σχάρα βωμού
  5. βωμός

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική focus focī
γενική focī focōrum
δοτική focō focīs
αιτιατική focum focōs
κλητική foce focī
αφαιρετική focō focīs
(β' κλίση)