επιτήρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιτήρηση επιτηρήσεις
γενική επιτήρησης
& επιτηρήσεως
επιτηρήσεων
αιτιατική επιτήρηση επιτηρήσεις
κλητική επιτήρηση επιτηρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτήρηση < αρχαία ελληνική ἐπιτήρησις < ἐπιτηρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιτήρηση θηλυκό

  1. το να επιτηρώ/επιβλέπω ένα έργο, την τήρηση όρων μιας συμφωνίας ή τη συμμόρφωση κάποιου προς κάποιους κανόνες
  2. (ειδικότερα, σε εξετάσεις) η εργασία ενός επιτηρητή που προσέχει να μην αντιγράψει κάποιος από τους εξεταζόμενους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]