ερματισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: τερματισμός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο ερματισμός οι ερματισμοί
γενική του ερματισμού των ερματισμών
αιτιατική τον ερματισμό τους ερματισμούς
κλητική ερματισμέ ερματισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερματισμός < έρμα + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ερματισμός αρσενικό

  1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα του ερματίζω
  2. η δημιουργία έρματος, στο βυθό της θάλασσας
  3. η στρώση χαλίκων σε σιδηροδρομικό δίκτυο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]