ηλεκτροσκόπιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλεκτροσκόπιο ηλεκτροσκόπια
γενική ηλεκτροσκοπίου ηλεκτροσκοπίων
αιτιατική ηλεκτροσκόπιο ηλεκτροσκόπια
κλητική ηλεκτροσκόπιο ηλεκτροσκόπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλεκτροσκόπιο < ηλεκτρο- + -σκόπιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλεκτροσκόπιο ουδέτερο

  1. (φυσική), (τεχνολογία): οποιαδήποτε συσκευή που εξετάζει εάν ένα σώμα περιέχει ηλεκτρισμό, καθώς και το είδος αυτού το ηλεκτρισμού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]