θεμελιωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεμελιωτής θεμελιωτές
γενική θεμελιωτή θεμελιωτών
αιτιατική θεμελιωτή θεμελιωτές
κλητική θεμελιωτή θεμελιωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θεμελιωτής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θεμελιωτής αρσενικό

  1. αυτός που έβαλε τα θεμέλια ενός σημαντικού κινήματος, ρεύματος, θρησκείας, ιδεολογίας κλπ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]