θεμελιωτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θεμελιωτής θεμελιωτές
γενική θεμελιωτή θεμελιωτών
αιτιατική θεμελιωτή θεμελιωτές
κλητική θεμελιωτή θεμελιωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεμελιωτής < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεμελιωτής αρσενικό

  1. αυτός που έβαλε τα θεμέλια ενός σημαντικού κινήματος, ρεύματος, θρησκείας, ιδεολογίας κλπ

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]