Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάμπη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: καμπή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάμπη οι κάμπες
      γενική της κάμπης των καμπών
    αιτιατική την κάμπη τις κάμπες
     κλητική κάμπη κάμπες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάμπη < αρχαία ελληνική κάμπη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω) < *kh₂em- (καμπή, λύγισμα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάμπη θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κάμπη αἱ κάμπαι
      γενική τῆς κάμπης τῶν καμπῶν
      δοτική τῇ κάμπ ταῖς κάμπαις
    αιτιατική τὴν κάμπην τὰς κάμπᾱς
     κλητική ! κάμπη κάμπαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κάμπ
γεν-δοτ τοῖν  κάμπαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
κάμπη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω) < *kh₂em- (καμπή, λύγισμα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kám.pɛː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάμπη θηλυκό

  1. (ζωολογία) η κάμπια
    1. μεταξοσκώληκας
  2. διάκοσμος στο σχήμα κάμπιας

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
κάμπη < κάμπος

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

κάμπη