καπαμάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καπαμάς οι καπαμάδες
      γενική του καπαμά των καπαμάδων
    αιτιατική τον καπαμά τους καπαμάδες
     κλητική καπαμά καπαμάδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπαμάς < τουρκική kapama

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπαμάς αρσενικό

  1. τεχνική μαγειρικής με βάση αρνίσιο ή μοσχαρίσιο κρέας, με ντομάτες και καρυκεύματα
  2. το φαγητό που παρασκευάζεται με αυτόν τον τρόπο