καπελάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καπελάκι τα καπελάκια
      γενική
    αιτιατική το καπελάκι τα καπελάκια
     κλητική καπελάκι καπελάκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπελάκι < καπέλο + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπελάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του καπέλο
  2. κοντό κούρεμα που φτάνει μέχρι το ύψος των αυτιών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]