κατοστάρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κατοστάρι | τα | κατοστάρια |
| γενική | του | κατοσταριού | των | κατοσταριών |
| αιτιατική | το | κατοστάρι | τα | κατοστάρια |
| κλητική | κατοστάρι | κατοστάρια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κατοστάρι: μορφολογικά, εκατοστ(ή) + -άρι με πρότμηση ή αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος [e][1]
- για τη σημασία «παλιό κύπελλο» < μεσαιωνική ελληνική ἐκατοστάριν (βάρος εκατό δραμιών) < εκατοστ(ή) + -άριν[2]
- → δείτε και τη λέξη εκατοστάρι χωρίς πρότμηση
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.toˈsta.ɾi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐το‐στά‐ρι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κατοστάρι ουδέτερο (οικείο, προφορικό)
- ποσότητα εκατό μονάδων
- ποσότητα βάρους εκατό γραμμαρίων
- (χρήμα) χρηματικό ποσό εκατό χαρτονομισμάτων· το ίδιο το χαρτονόμισμα
- (αθλητισμός) αγώνας δρόμου εκατό μέτρων
- → δείτε και τις λέξεις κατοστάρης, εκατοστάρης, διακοσάρι, τετρακοσάρι και χιλιοπεντακοσάρι
- (μέσο μεταφορών) μηχανή (μοτοσικλέτα) εκατό κυβικών
- (παρωχημένο) μεταλλικό κύπελλο που η περιεκτικότητά του ήταν εκατό δράμια και το χρησιμοποιούσαν ως μέτρο βάρους υγρών και κυρίως κρασιού
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη εκατό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κατοστάρι
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κατοστάρι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ κατοστάρι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άρι (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Νομίσματα (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Μέσα μεταφορών (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένες σημασίες όρων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)