κλωστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κλωστικός κλωστική κλωστικό
γενική κλωστικού κλωστικής κλωστικού
αιτιατική κλωστικό κλωστική κλωστικό
κλητική κλωστικέ κλωστική κλωστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κλωστικοί κλωστικές κλωστικά
γενική κλωστικών κλωστικών κλωστικών
αιτιατική κλωστικούς κλωστικές κλωστικά
κλητική κλωστικοί κλωστικές κλωστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλωστικός < κλώθω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κλωστικός, -ή, -ό

  • που έχει σχέση με το κλώσιμο ή είναι κατάλληλος γι’ αυτό
    Η βουλευτής, η οποία έχει αναφερθεί στα οφέλη της καλλιέργειας βιομηχανικής κάνναβης στη δημιουργία θέσεων εργασίας στη γεωργία, στη βιομηχανία και το εμπόριο, έχει επικαλεστεί παλαιότερο έγγραφο του αναπληρωτή υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, σύμφωνα με το οποίο σε συνεργασία με ιδρύματα εφαρμοσμένης έρευνας και το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών θα διερευνούνταν διάφορες παράμετροι πριν την ολοκλήρωση του σχεδίου για το πλαίσιο καλλιέργειας κλωστικής κάνναβης. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]