κολέγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κολεγιοπαις

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κολέγιο τα κολέγια
      γενική του κολεγίου των κολεγίων
    αιτιατική το κολέγιο τα κολέγια
     κλητική κολέγιο κολέγια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολέγιο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολέγιο ουδέτερο

  1. ονομασία για ορισμένα ιδιωτικά σχολεία
  2. (μεταφορικά) σχολείο πολύ καλά οργανωμένο, του οποίου οι μαθητές έχουν υψηλές επιδόσεις
  3. εκπαιδευτικό ίδρυμα της δευτεροβάθμιας ή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις αγγλοσαξωνικές χώρες


Μεταφράσεις[επεξεργασία]