κουπαστή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κουπαστή < μεσαιωνική ελληνική * εγκωπαστή < (ελληνιστική κοινή) ἔγκωπον < ἐν + κώπη


Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κουπαστή θηλυκό
- το επάνω μέρος από τα τοιχώματα μιας βάρκας ή ενός πλοιαρίου, όπου υπάρχουν ειδικές υποδοχές για τα κουπιά
- το επάνω μέρος, συνήθως ξύλινο, από τα προστατευτικά κάγκελα ενός πλοίου
- ※ Ὅσο γιὰ τὸ μπάρκο, τὸ μισὸ ἀπόμενε. Οὔτε παραπέτα, οὔτε κουπαστές, οὔτε ξάρτια, οὔτε πανιὰ ἀκέρια. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
Γιατί μπήγεις τὰ νύχια σου στὴ σάπια κουπαστή; (⌘ Νίκος Καββαδίας, Μουσώνας)
- το επάνω μέρος, συνήθως ξύλινο, από τα προστατευτικά κάγκελα σκάλας, εξώστη κ.λπ.