κρικέλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρικέλα κρικέλες
γενική κρικέλας κρικελών
αιτιατική κρικέλα κρικέλες
κλητική κρικέλα κρικέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρικέλα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρικέλα θηλυκό

  1. κρίκος
    Χτύπησα μιά τήν κρικέλα τής πόρτας τους κι άκούω ένα κράχ
  2. το δημόσιο ταμείο
    Νά πιαστούν άπ' τήν κρικέλα (κρικέλα λένε τό δημόσιο ταμείο) ή νά πάνε ξενιτειά. (Γεωργικά της Ρούμελης, Δημήτρης Λουκόπουλος, 1938, σελ. 12)

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

  1. «είναι για την κρικέλα» , είναι τρελός

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

  1. πτώση του ονόματος Κρικέλας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]