κρίκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | κρίκος | οι | κρίκοι |
| γενική | του | κρίκου | των | κρίκων |
| αιτιατική | τον | κρίκο | τους | κρίκους |
| κλητική | κρίκε | κρίκοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||



Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κρίκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρίκος [ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης *(s)ker- (λυγίζω) ]
- για τον αθλητισμό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική anneaux[1] [2])
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈkɾi.kos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κρί‐κος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κρίκος αρσενικό
- αντικείμενο κυκλικού σχήματος από μέταλλο (ή άλλο υλικό) που χρησιμοποιείται:
- για να αναρτήσουμε κάτι κάπου ή να το συνδέσουμε
- για να σχηματίσουμε μια αλυσίδα συνδέοντας πολλούς μαζί
- (μεταφορικά) ό,τι συνδέει πράγματα ή πρόσωπα ή συμπληρώνει μια σειρά
- (στον πληθυντικό) κρίκοι:
- (αθλητισμός) όργανο γυμναστικής που αποτελείται από δύο κρίκους που κρέμονται λίγο πιο ψηλά από τον αθλητή
- (κόσμημα) σκουλαρίκια σε σχήμα κρίκου
- ※ Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] για να αναρτήσουμε κάτι κάπου ή να το συνδέσουμε
|
αλυσίδα
|
ό,τι συνδέει πράγματα ή πρόσωπα
|
κρίκοι στον αθλητισμό
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κρίκος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ κρίκος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Κοσμήματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)