κρίκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρίκος κρίκοι
γενική κρίκου κρίκων
αιτιατική κρίκο κρίκους
κλητική κρίκε κρίκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρίκος < αρχαία ελληνική κρίκος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɾi.kɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρίκος αρσενικό

  1. μεταλλικός χαλκάς.
  2. πληθυντικός κρίκοι όργανο της γυμναστικής.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]