λίτρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: λίτρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λίτρο τα λίτρα
      γενική του λίτρου των λίτρων
    αιτιατική το λίτρο τα λίτρα
     κλητική λίτρο λίτρα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λίτρο < λίτρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λίτρο ουδέτερο

  1. μονάδα μέτρησης όγκου συνήθως υγρών σωμάτων, ίση προς το ένα χιλιοστό του κυβικού μέτρου. Συμβολίζεται συχνά ως lt ή L

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]