λογικοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λογικοκρατία οι λογικοκρατίες
      γενική της λογικοκρατίας
    αιτιατική τη λογικοκρατία τις λογικοκρατίες
     κλητική λογικοκρατία λογικοκρατίες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογικοκρατία < λογική + -ο- + -κρατία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογικοκρατία θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]