μαγεύτρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγεύτρα μαγεύτρες
γενική μαγεύτρας
αιτιατική μαγεύτρα μαγεύτρες
κλητική μαγεύτρα μαγεύτρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγεύτρα < μαγεύω + -τρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγεύτρα θηλυκό

  1. αυτή που μαγεύει, γοητεύει
    Περδικόστηθη Tσιγγάνα, // ω μαγεύτρα, που μιλείς // τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα //γλώσσα προσταγής! (Κωστής Παλαμάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου)

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]