Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαρινιέρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαρινιέρα οι μαρινιέρες
      γενική της μαρινιέρας
    αιτιατική τη μαρινιέρα τις μαρινιέρες
     κλητική μαρινιέρα μαρινιέρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μαρινιέρα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαρινιέρα < γαλλική marinière < marin < λατινική marinus < mare

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαρινιέρα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]