Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεσόδμη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μεσόδμη οι μεσόδμες
      γενική της μεσόδμης των μεσοδμών
    αιτιατική τη μεσόδμη τις μεσόδμες
     κλητική μεσόδμη μεσόδμες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεσόδμη < αρχαία ελληνική μεσόδμη < μέσος + δέμω / δόμος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεσόδμη θηλυκό

  1. (αρχαιοπρεπές, αρχιτεκτονική, αρχαιολογία) το μεσοδόκι
  2. (αρχαιοπρεπές, ναυπηγικός όρος) η διαδοκίδα, η μπικεριά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μεσόδμη αἱ μεσόδμαι
      γενική τῆς μεσόδμης τῶν μεσοδμῶν
      δοτική τῇ μεσόδμ ταῖς μεσόδμαις
    αιτιατική τὴν μεσόδμην τὰς μεσόδμᾱς
     κλητική ! μεσόδμη μεσόδμαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μεσόδμ
γεν-δοτ τοῖν  μεσόδμαιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεσόδμη < μέσος + δέμω / δόμος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεσόδμη θηλυκό

  1. (αρχιτεκτονική)
    1. μεσοδόκι
    2. σανίδωμα το οποίο ήταν κατασκευασμένο μεταξύ του πατώματος της στοάς και της οροφής
    3. (στον πληθυντικό) οι εγκάρσιες δοκοί της στέγης που στηρίζονταν σε κίονες οι οποίοι χώριζαν τον χώρο της αίθουσας κάτω από τη στέγη
  2. δοκός που τέμνει εγκάρσια από τη μια ως την άλλη πλευρά το πλοίο, πάνω από το εσωτρόπιο, η μπικεριά

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]