μνᾶ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
μναα- > μνᾶ
ονομαστική μν αἱ μναῖ
      γενική τῆς μνᾶς τῶν μνῶν
      δοτική τῇ μν ταῖς μναῖς
    αιτιατική τὴν μνᾶν τὰς μνᾶς
     κλητική ! μν μναῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μν
γεν-δοτ τοῖν  μναῖν
1η κλίση όπως «μνᾶ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μνᾶ < → λείπει η ετυμολογία (πιθανόν σημιτική)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μνᾶ θηλυκό

  1. (μονάδα μέτρησης) μονάδα βάρους
  2. (νομίσματα) 100 αττικές δραχμές

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]