μορμυρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μορμυρισμός μορμυρισμοί
γενική μορμυρισμού μορμυρισμών
αιτιατική μορμυρισμό μορμυρισμούς
κλητική μορμυρισμέ μορμυρισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μορμυρισμός < μορμύρω + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μορμυρισμός (καθαρεύουσα)

  1. κελάρυσμα
  2. παφλασμός
  3. μουρμουρητό
    Ἠκούσθη ἀπὸ μέσα βραχνὸς μορμυρισμός (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]