μπεντένι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπεντένι τα μπεντένια
      γενική του μπεντενιού των μπεντενιών
    αιτιατική το μπεντένι τα μπεντένια
     κλητική μπεντένι μπεντένια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπεντένι < τουρκική beden < αραβική بدن (bádan, σώμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπεντένι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) (στρατιωτικός όρος) έπαλξη, πολεμίστρα
    Από τα μπεντένια πέφτω, πέφτω για να σκοτωθώ, / κι η αγάπη μου φωνάζει: «πιάστε τον, για το Θεό!» (από παραδοσιακό μικρασιατικό τραγούδι)
  2. (ναυτικός όρος) η καμπή του διπλωμένου στη μέση σχοινιού που φέρεται πλέον ως άκρη
    με μπεντένια προσδένονται σε προβλήτες κυρίως σκάφη άμεσης ετοιμότητας απόπλου, όπου το λύσιμο των κάβων γίνεται από το κατάστρωμα, χωρίς παρέμβαση ή βοήθεια από την ξηρά.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]