μπεχλιβάνης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπεχλιβάνης μπεχλιβάνηδες
γενική μπεχλιβάνη μπεχλιβάνηδων
αιτιατική μπεχλιβάνη μπεχλιβάνηδες
κλητική μπεχλιβάνη μπεχλιβάνηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπεχλιβάνης < τουρκική pehlivan < περσική پهلوان (pahlavān, αθλητής, πρωταθλητής, ήρωας, παλαιστής)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπεχλιβάνης αρσενικό και πεχλιβάνης

  • ο (περιοδεύων) παλαιστής που δίνει παραστάσεις επιδεικνύοντας τις εξαιρετικές σωματικές του ικανότητες
    στα χωριά συνήθως έδινε παράσταση ως μασίστας και όχι ως παλαιστής
  • ο περιοδεύων αρσιβαρίστας που σηκώνει διάφορα βαριά αντικείμενα (όχι αποκλειστικά ειδικά βάρη εκγύμνασης)
Σημείωση: Ο μπεχλιβάνης εμπλουτίζει μια παράσταση και με άλλες επικίνδυνες επιδείξεις όπως θραύση αντικειμένων με ή στο σώμα του και συχνή χρήση σπαθιών ή στιλέτων.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]