μποστάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μποστάνι τα μποστάνια
      γενική του μποστανιού των μποστανιών
    αιτιατική το μποστάνι τα μποστάνια
     κλητική μποστάνι μποστάνια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μποστάνι < τουρκική bostan < περσική بوستان (būstān)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μποστάνι ουδέτερο,

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]