νιτσεράδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νιτσεράδα < ιταλική incerata < κηρός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νιτσεράδα θηλυκό
- αδιάβροχο πανωφόρι ή οποιοδήποτε επικάλυμμα από μουσαμά
- ※ Ὁ μπαρμπα-Στεφανής ἦτο μέ τήν νιτσεράδα του, μέ τόν κηρωτόν πῖλόν του μέ τόν ἱμάντα δεδεμένον ὑπό τόν πώγωνα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)
- ※ Μόλις είχαν τελειώσει το βραδινό στο ακομοδέσιο, κι ο Αρίστος του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στην κουβέρτα. Φόρεσαν τις λαδιές νιτσεράδες και κάλυψαν τα κεφάλια με μάλλινα σκουφιά. (Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, 2011)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νιτσεράδα
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)