ξεναγώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεναγώ < αρχαία ελληνική ξεναγέω-ξεναγῶ < ξένος + ἄγω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kse.naˈɣo/

Ρήμα[επεξεργασία]

ξεναγώ

  1. παρουσιάζω σε επισκέπτες ένα μέρος, περιγράφω την τοπολογία και ιστορία μιας περιοχής
  2. (μεταφορικά) εισάγω κάποιον σε έναν τομέα που δεν του είναι γνώριμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]