οβιδουλκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οβιδουλκός οβιδουλκοί
γενική οβιδουλκού οβιδουλκών
αιτιατική οβιδουλκό οβιδουλκούς
κλητική οβιδουλκέ οβιδουλκοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οβιδουλκός < οβίδα (< γαλλική obus < γερμανική Haubitze < τσεχική houfnice < houf < πρωτογερμανική *haupaz < *hauppaz < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kouHp-nó-) + -ουλκός (< έλκω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οβιδουλκός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]