οβίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οβίδα οβίδες
γενική οβίδας οβίδων
αιτιατική οβίδα οβίδες
κλητική οβίδα οβίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οβίδα < καθαρεύουσα οβίς < γαλλική obus < γερμανική Haubitze < τσεχική houfnice < houf < πρωτογερμανική *haupaz < *hauppaz < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kouHp-nó-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈvi.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οβίδα θηλυκό

  1. βλήμα πυροβόλου (πχ κανονιού ή όλμου), μεγάλου διαμετρήματος σε αντίθεση με τη σφαίρα
  2. βλήμα πυροβόλου όπλου που προκαλεί έκρηξη στο μέρος όπου πέφτει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]