οβίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οβίδα οβίδες
γενική οβίδας οβίδων
αιτιατική οβίδα οβίδες
κλητική οβίδα οβίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οβίδα < καθαρεύουσα οβίς < γαλλική obus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈvi.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οβίδα θηλυκό

  1. βλήμα πυροβόλου (πχ κανονιού ή όλμου), μεγάλου διαμετρήματος σε αντίθεση με τη σφαίρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]