ογδοντάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ογδοντάρης ογδοντάρηδες
γενική ογδοντάρη ογδοντάρηδων
αιτιατική ογδοντάρη ογδοντάρηδες
κλητική ογδοντάρη ογδοντάρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ογδοντάρης < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ογδοντάρης αρσενικό

  1. που έχει ηλικία περίπου ογδόντα χρονών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]