οδυρμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | οδυρμός | οι | οδυρμοί |
| γενική | του | οδυρμού | των | οδυρμών |
| αιτιατική | τον | οδυρμό | τους | οδυρμούς |
| κλητική | οδυρμέ | οδυρμοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οδυρμός < αρχαία ελληνική ὀδυρμός < ὀδύρομαι
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οδυρμός αρσενικό
- ο θρήνος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οδυρμός