ολιγοσύλλαβος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ολιγοσύλλαβος < (ελληνιστική κοινή) ὀλιγοσύλλαβος
Επίθετο
[επεξεργασία]ολιγοσύλλαβος
- αυτός που έχει λίγες συλλαβές
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ολιγοσύλλαβος
|
|