ορδή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορδή ορδές
γενική ορδής ορδών
αιτιατική ορδή ορδές
κλητική ορδή ορδές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορδή < ταταρικά урда (ουρντα) < μογγολική орду (ορντού) (βασιλή φρουρά) < πρωτοτουρκική *or- (στρατός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ορδή θηλυκό

  1. άτακτο πλήθος πολεμιστών, που βιαιοπραγεί, λεηλατεί και καταστρέφει τις περιοχές από τις οποίες διέρχεται: πχ. οι ορδές των εχθρών
  2. (συνεκδοχικά) μεγάλο πλήθος ανθρώπων που συγκεντρώνεται σε ένα σημείο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]