οστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | οστικός | η | οστική | το | οστικό |
| γενική | του | οστικού | της | οστικής | του | οστικού |
| αιτιατική | τον | οστικό | την | οστική | το | οστικό |
| κλητική | οστικέ | οστική | οστικό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | οστικοί | οι | οστικές | τα | οστικά |
| γενική | των | οστικών | των | οστικών | των | οστικών |
| αιτιατική | τους | οστικούς | τις | οστικές | τα | οστικά |
| κλητική | οστικοί | οστικές | οστικά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οστικός < οστό + -ικός < ὀστέον / ὀστοῦν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃ésth₁-
Επίθετο
[επεξεργασία]οστικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με τα οστά ή αναφέρεται σ’ αυτά
- ※ Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 )
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη οστό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οστικός
|