πήζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πήζω < μεταγενέστερη ελληνική πήσσω (αόριστος έπηξα) < αρχαία ελληνική πήγνυμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πήζω

  1. (μεταβατικό) μετατρέπω από υγρό σε, μαλακό συνήθως, στερεό
  2. (μεταφορικά) κουράζω υπερβολικά
  3. (αμετάβατο) μετατρέπομαι από υγρό σε, μαλακό συνήθως, στερεό
    αντίθετα με τη κοινή αντίληψη το γιαούρτι δεν πήζει όταν κάνει πολύ κρύο
  4. (μεταφορικά) (+από ή +με) ασφυκτιώ
  5. (μεταφορικά) (+σε ή +από) γεμίζω ασφυκτικά (σαν να μετατρέπομαι σε στερεό)
    έπηξε το δωμάτιο από τα βιβλία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]